Ολα τα χρησιμοποιείς και σε χρησιμοποιούν.
Να είσαι χρηστικός και να φθείρεσαι όπως ορίζει
η φύση σου. Να είσαι δοτικός. Κανείς δε μπορεί να
σου πάρει τίποτα, μόνο τη γεύση σου. Οσο περισσότερο
δίνεσαι, τόσο υπάρχεις. Οσο αφήνεσαι, τόσο μεγαλώνεις.
...Ολα είναι μικρά και περαστικά. Μόνο ένα είναι μεγάλο.
Το νόημα τους..
Λιώσε, πριν μορφοποιηθείς. Τίποτα δε σου ανήκει.
Μόνο το ταξίδι.

Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

Η ΟΘΡΥΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ


Η οροσειρά των μύθων και των ημίθεων!!! Η οροσειρά της Όθρυος ή Όρθρης, βρίσκεται στο κέντρο της ηπειρωτικής Ελλάδας, πάνω από την πόλη της Λαμίας και σε μεγάλη έκταση προς Βορά Ανατολή και Δύση. Δυτικά, από την Πίνδο και τη θέση «Ζαχαράκη βρύση» και τα «Λυκομνήματα» στην Πίνδο, εκτείνεται με ήρεμη και καλοσχηματισμένη γραμμή, προς την Ανατολή πέρα από τη Λαμία, τον Αχινό, την Πελασγία, τον Αλμυρό και τον Παγασητικό κόλπο αλλά και τον κάμπο της Θεσσαλίας προς βορρά, να απλώνεται στους πρόποδές της, σαν ήρεμη και γαλήνια θάλασσα! Ο Στράβων αναφέρει για την Όθρη: «ο δε Φθιωτικός Άλος υπό το πέρατι κείται της Όθρυος, όρους προς άρκτον κειμένου τη Φθιώτιδι, ομόρου δε τω Τυμφρηστώ και τοις Δόλοψιν» (Στράβ. Θ΄, 435), και ο Ξενοφώντας ονομάζει την κεντρική Όθρη Αχαϊκά όρη: «τη υστεραία υπερβαλών τα Αχαϊκά της Φθίας όρη (ο Αγησίλαος) την λοιπήν πάσαν δια φιλίας επορεύετο μέχρι προς τα Βοιωτών όρια» (Ελλ. Δ.3, 9). Όθρυς, όρος Θεσσαλίας, οιονεί άθρυς τις ων όθεν εστίν αθροίσας, δια το ύψος, «Ετυμολογικόν το Μέγα, ήγουν η μεγάλη γραμματική» των Friedrich Sylburg, Gottfried Heinrich Schafer, Eκδ. Apud. lo Aug. Gottl. Weigel, έτος 1816). Κατά τον Μεσαίωνα και ως τα τέλη του 19ου αι. αναφέρεται από πολλούς σαν «βουνά της Γούρας» από την ομώνυμη τότε κωμόπολη που άκμαζε στην ΒΑ κλιτή της, τη σημερινή Ανάβρα Μαγνησίας. Ολόκληρη η οροσειρά αποτελείται από μάρμαρο, οφείτη και ασβεστόλιθο και κατά καιρούς η μεταλλευτική άκμασε με μεταλλεία βωξίτη, χαλκού, σίδηρου, χρωμίου, μαγγανίου αλλά και λιγνίτη. Με τις ψηλότερες κορφές της, το «Γερακοβούνι» ανατολικά με υψόμετρο 1726 μέτρα στην οποία και «…επί της κορυφής δε ταύτης βρύει ύδωρ ψυχρότατον και γλυκύ, σώζονται δε αυτόθι ταμπούρια (προμαχώνες) μέχρι τούδε (1880), των κλεπτών», ο «Άγιος Ηλίας» με υψόμετρο 1694 μέτρα και η διπλανή «Πύλορα» στα 1578 μέτρα μαζί με το Γκούζι, ορθώνεται επιβλητική με το βάρος της μακραίωνης ιστορίας της, τους μύθους και της παραδόσεις της! Εδώ κατά την μυθολογία προσάραξε η κιβωτός του γιου του Προμηθέα, Δευκαλίωνα και της γυναίκας του Πύρας στον μεγάλο κατακλυσμό που προκάλεσε ο παμμέγιστος Δίας για να τιμωρήσει τους αχάριστους «χαλκείους» θνητούς. Εδώ γέννησαν τα παιδιά τους που έμελλε να γίνουν γενάρχες των πρώτων Ελληνικών φύλλων αλλά και τον Έλληνα που έδωσε στο γένος μας τʼ όνομά του. Εδώ έδωσαν τη γιγάντια μάχη για την επικυριαρχία της γης, την περίφημη «Τιτανομαχία», οι Τιτάνες με ορμητήριο την Όθρη εναντίον των Ολύμπιων θεών και των συμμάχων τους!!! Κατά την Αρχαία Ελληνική Μυθολογία το όρος Όθρυς είναι «το βουνό των Τιτάνων», οι οποίοι εγκαταστάθηκαν σ' αυτό κατά την περίοδο της σύγκρουσης τους με τους Ολύμπιους Θεούς. Οι Τιτάνες μάχονταν από εκεί το Δία και τους υπόλοιπους θεούς αποσπώντας και εκτοξεύοντας προς τον Όλυμπο τεράστιες πέτρες. Ο μύθος δίνει μια εξήγηση και προς τη γεωφυσική κατανομή του όρους, όπου η βλάστηση παρουσιάζει μεγάλη εναλλαγή. Στους πρόποδες του όρους έχουμε πλούσια βλάστηση με δασικά φυτά όπως η βελανιδιά, το πουρνάρι, το ρείκι. Στα ψηλότερα σημεία έχουμε κωνοφόρα όπως έλατα και μεγάλες εκτάσεις κατάφυτες με φτέρη. Οι κορυφές του όρους είναι πετρώδεις όπου ευδοκιμεί το τσάι του βουνού (sideritis raeseri), κύριο γεωργικό προϊόν που αυτοφυεί σε μεγάλες εκτάσεις του όρους. Εδώ βασίλεψαν ο Δευκαλίων, ο Έλληνας, ο Πηλέας, ο Αχιλλέας, ο Ποίας, ο Φιλοκτήτης, ο Ευρυδάμας, ο Δράνος, ο Φοίνικας, η βασίλισσα Ξυνία και άλλοι πολλοί. Στη λίμνη της, τα ποτάμια, τα φαράγγια και τις κοιλάδες της έζησαν και περιδιάβηκαν οι Οθρυίδες και Ξυνίες νύμφες, οι Κένταυροι, οι Τιτάνες, Νεράϊδες, στοιχειά και ξωτικά. Τα χώματα και τις κορφές της πάτησαν φίλοι κι εχθροί, ο Φίλιππος Β΄της Μακεδονίας, ο γιος του Μέγας Αλέξανδρος, ο Φίλιππος ο Ε΄της Μακεδονίας, ο Δημήτριος ο Πολιορκητής, Πέρσες, Γαλάτες, Ρωμαίοι, Σλάβοι, Καταλανοί, Ούννοι, Φράγκοι – Ενετοί και Τούρκοι. Σʼ αυτήν την οροσειρά αναπτύχθηκαν πολιτισμοί και αρχαίες πόλεις όπως η Ελλάς, η Μελιταία, η Ξυνία, ο Ερινεός, η Πρόερνα, οι Θαυαμακίοι, οι Εκκάραι, οι Αγγείαι, η Κύπαιρα, η Κρεμαστή Λάρισσα, το Ναρθάκιο κι άλλες πολλές!!! Δεκάξι χιλιόμετρα βόρεια της Λαμίας προς τον Δομοκό, κοντά στο Καλαμάκι Λαμίας, βρίσκεται το στενό το οποίο από αρχαιοτάτων χρόνων αποτελούσε την κυριότερη πύλη βορρά-νότου, πριν τις Θερμοπύλες, με την οποία επικοινωνούσε η βόρεια Ελλάδα και η Θεσσαλία με την νότια Ελλάδα. Πρόκειται κατά τον Λίβιο (βιβλ. ΧΧΧΙΙ, 4) για τα καλούμενα «Κοίλα» ή ορθότερα «Κοίλα της Θεσσαλίας» σε αντιδιαστολή με αυτά της Εύβοιας ( Λιβ. ΧΧΧΙ, 47. Στράβ. Χ.1), από την Ρωμαιοκρατία ως τα πρώτα χρόνια του εικοστού αιώνα το ονομαζόμενο «Δερβέν Φούρκα» και σήμερα «Ράχη» ή «Δεκάξι». Για το στενό αυτό ο Άγγλος περιηγητής του 18ου αιώνα Λήκ (Leake, περιήγηση στη Βόρεια Ελλάδα τ. Ι , κεφ. 9) γράφει: «Ανεβαίνοντας τη ράχη κατά το μήκος του λαιμού που σχηματίσθηκε από μικρό χείμαρρο, φτάνουμε από το Δομοκό μετά από 2 ¾ ωρών πορεία στο Δερβένι, όπου σταθμεύει φρουρά για την προστασία του στενού…μετά από πορεία μιας ώρας και ενός τετάρτου από το πρώτο Δερβένι περνάμε δεύτερο, του οποίου ολόκληρη η κλεισούρα είναι γνωστή με το όνομα Φούρκα και απʼ όπου αρχίζει ο δρόμος που κατεβαίνει στο Ζητούνι (Λαμία)». Η λέξη Φούρκα είναι λατινική (furca) και σημαίνει δίκρανο στον πληθυντικό δε, σημαίνει στενά (furcae Gaudinae, τα κατά Καύδιον στενά ή πύλες). Ο Γάλλος περιηγητής Παύλος Λουκάς που πέρασε από δω το 1706, αναφέρει τα στενά αυτά «οδό του όρους Ιωνίτ» («mont dʼIonit Derven», Τόμος Αʼ σελ. 218), άγνωστο αν επρόκειτο για όνομα της εποχής ή για παραφθορά της λέξης Αντινίτσα (το γνωστό μοναστήρι) ή της οδού των Ιωαννιτών επειδή ο δρόμος αυτός χρησιμοποιούνταν για την συγκοινωνία με τα Ιωάννινα την εποχή εκείνη. (ΦΘΙΩΤΙΣ, Ιωάννου Γ. Βορτσέλα,1907, σελ. 12). Στο ύψος των στενών αυτών πριν το δρόμο για το μοναστήρι της Παναγίας Αντίνιτσας, βρίσκεται η «πηγή του Αχιλλέα» μια όαση με αιωνόβια πλατάνια και πέτρινη βρύση, όπου σύμφωνα με την παράδοση ξεκουράζονταν ο Ημίθεος Αχιλλέας, πότιζε ταʼ άλογά του και στη συνέχει α περιδιάβαινε το βασίλειό του απʼ το Σπερχειό ως τη Μελιταία, την Ελλάδα, τη Φθία και την Αλόπη. Στο σημείο αυτό της Όθρυος βρίσκονταν (πιθανότατα στην ανατολική κλιτή και από Δερβέν Φούρκα προς Λαμία) και το αρχαιότατο δάσος ο «Μαλεαίος δρυμός» ο οποίος έγινε σε μας γνωστός από επιτύμβια στήλη που διασώθηκε στην ελληνική ανθολογία (Anthol. Jacobs III, σελ. 287). Σε ένα σημείο του δρυμού κατά τους αρχαίους χρόνους, υπήρχε επιτάφιο μνημείο που έστησε ο Λάμπωνας, πατέρας κάποιου νέου ονόματι Δερξία από την αρχαία Θαυμακία (σημερινό Δομοκό), ο οποίος δολοφονήθηκε από τους ληστές με δόλο καθώς πήγαινε μόνος στη Σπάρτη. Πάνω στην επιτύμβια στήλη ήταν χαραγμένα τούτα τα λόγια: «Ειπέ ποτί Φθίαν ευάμπελον ήν ποθ΄ίκηαι Και πόλιν αρχαίων, ώ ξένε, Θαυμακίαν ως δρυμόν Μαλεαίον αναστείβων ποτ΄ έρημον είδες Λάμπωνος τονδ ΄επί παιδί τάφον Δερξία ον ποτε μούνον έλον δόλω ουδ΄αναφανδόν Κλώπες επί Σπάρτην δίαν επειγόμενον». Μετάφραση: («Ω ξένε! Εάν φτάσεις ποτέ στην Θαυμακία που είναι πόλη αρχαία και στη Φθία που έχει καλά αμπέλια πες ότι κάποτε ανεβαίνοντας το Μαλεαίο δάσος ίδες το μνημείο αυτό που έφτιαξε ο Λάμπων για το παιδί του το Δερξία, τον οποίο καθώς πήγαινε για την ένδοξη Σπάρτη, ληστές με δόλο τον παρέσυραν και αναπάντεχα του πήραν τη ζωή!») Εκτός των άλλων από τη στήλη μαθαίνουμε ότι η Φθία είχε πολλούς και καλούς αμπελώνες αλλά και ότι στην αρχαιότητα υπήρχε η απειλή της ληστείας, που καταδυνάστευε τους διαβάτες που περνούσαν από την περιοχή και ως τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα, πολύ μετά την απελευθέρωση του 1881 από τους Τούρκους! Από την Όθρη πηγάζει και ο ποταμός Ενιπέας: «Το μακρύτερο ρου από όλους αυτούς τους παραπόταµους έχει ο Ενιπεύς. Αυτός πηγάζει από την ψηλή Όθρη. Περνούσε κοντύτερα από 10 στάδια (1,7 χλµ) µπροστά από την πόλη Μελίτεια. Ο Φίλιππος εστρατοπέδευσε σε αυτό τον ποταµό µετά το αποτυχηµένο πραξικόπηµά του εναντίον της Μελίτειας. Στις όχθες του οι Θεσσαλοί αντιµετώπισαν το Βρασίδα, κατά την πορεία του από τη Μελίτεια εναντίον της Φαρσάλου. Πρέπει εποµένως κανείς να ταυτίσει τον Ενιπέα µε τον Νεοχωρίτικο που έρχεται από τα βουνά και ρέει µισή ώρα ανατολικά της πόλεως. Αυτός διασχίζει το υψίπεδο της Αβαρίτσας μέχρι το Νταµπακλί (σηµερινή Σκοπιά)» (Του Γερμανού FRIDRICH STAHLIN εκδόσεις Αδελφών Κυριακίδη Α.Ε.) Στην Όθρυ, κατά το μύθο, έβοσκαν τα κοπάδια τους ο βασιλιάς της Φυλάκης Ίφικλος, ο Ευρισίνθων που βασίλευε στο Δώτιο Πεδίο (στον Αλμυρό) και ο Κέραμβος. Ο Κέραμβος μάλιστα ήταν πολύ φημισμένος, γιατί αυτός πρώτος συναρμολόγησε το σουραύλι και πρώτος χρησιμοποίησε τη λύρα. Βοσκούσε τα κοπάδια του επάνω στη Όθρυ με τη βοήθεια των Νυμφών του βουνού, γιατί τις διασκέδαζε με τα γλυκά του τραγούδια. Λένε μάλιστα ότι κάποτε παρουσιάστηκαν οι ίδιες οι Νύμφες και χόρεψαν μπροστά του με τη συνοδεία της μουσικής του. Ο Πάνας κάποτε τον συμβούλεψε να κατεβάσει τα κοπάδια του στα χειμαδιά, γιατί θα ερχόταν βαρυχειμωνιά, αλλά αυτός δεν τον άκουσε. Πλάκωσε όμως βαρυχειμωνιά και γέμισαν χιόνια οι ράχες και τα λαγκάδια. Τα κοπάδια του Κέραμβου πάγωσαν και θάφτηκαν μαζί με τα δέντρα στα χιόνια!» (Θωμάς Γ. Καλοδήμος, φιλόλογος - συγγραφέας, 2ο Συν. Φθιωτικής Ιστορίας). Στις κορυφές της Όθρυς είχε την έδρα του ένα από τα δέκα Αρματολίκια της Θεσσαλίας και της Στερεάς Ελλάδας από την εποχή του Βυζαντίου έως και τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπως μαρτυρεί και το παλαιότατο Δημοτικό τραγούδι που γράφτηκε στα τέλη του 17ου αιώνα, περί το 1795 και αναφέρεται στη μάχη του «λησταρματολού» Λιάκου με τους Τουρκαλβανούς του Αλή Πασά τυράννου της Ηπείρου, στη κορφή της Όθρυς, στο Γερακοβούνι, κοντά στη σημερινή Ανάβρα ή Γούρα:




«Ακόμα αυτή την άνοιξη, φέτο το καλοκαίρι,
Θέλω να πάγω Αρματωλός , Αρματωλός και κλέφτης,
ναυγώ στης Γούρας τα βουνά, κι εις τα παλιά λημέρια.
Τρία πουλάκια κάθονταν, μες΄ το Γερακοβούνι,
το ΄να τηράει τον Αρμυρό, τ΄ άλλο κατ΄ το Ζητούνι.
Το τρίτο το καλύτερο μοιρολογά και λέγει:
Προσκύνα Λιάκο τον Πασά προσκύνα το Βεζύρη,
να σου χαρίσει τη ζωή, δερβέναγας να γένεις.
- Οσ΄ ειν΄ ο Λιάκος ζωντανός, Πασά δεν προσκυνάει!
Πασά έχει ο Λιάκος τα΄ άρματα, Βεζύρη το σπαθί του!
Και παλικάρια μάζωνεν όλο λιονταροπαίδια.
Κι οι παγανιές επλάκωσαν, Κονιάροι κι Αρβανίτες,
κι ο πόλεμος εβάσταξε δυο μέρες και δυο νύχτες!
Πέφτουν τουφέκια σαν βροχή, πιστόλια σαν χαλάζι.
Φεύγουν Κονιάροι πʼ εμπροσθά, φεύγουν κι οι Αρβανίτες,
Χτυπά κι ο Λιάκος πίσω τους με το σπαθί στο χέρι»!!!
«Συλλογή ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΑΣΜΑΤΩΝ, παλαιών και νέων»
υπό Α. ΙΑΤΡΙΔΟΥ, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ, τυπ. Μαυρομάτη, έτος 1859.

Δεν υπάρχουν σχόλια: